μέλλω


μέλλω
намереваюсь, собираюсь

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "μέλλω" в других словарях:

  • μελλώ — μελλώ, οῡς, ἡ (Α) βραδύτητα, αργοπορία. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ. < μέλλω + κατάλ. ώ (πρβλ. λεχ ώ)] …   Dictionary of Greek

  • μέλλω — to be destined pres subj act 1st sg μέλλω to be destined pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέλλω — (ΑM μέλλω) 1. προτίθεμαι, σκοπεύω, έχω στον νου μου να κάνω κάτι («ἐγὼ κτενεῑν ἔμελλον πατέρα τὸν ἐμόν», Σοφ.) 2. (το γ εν. ενεστ. και πρτ. ενεργ. και μέσ. ως απρόσ.) α) μέλλε πρόκειται να... ή είναι ενδεχόμενο να... ή είναι πεπρωμένο να... β)… …   Dictionary of Greek

  • μέλλω — πρτ. έμελλα, μτχ. μέσ. ενεστ. μελλούμενος 1. σκοπεύω, πρόκειται να: Δεν ξέρω τι μέλλει να συμβεί. 2. το ουδ. της μτχ., στον πληθ., τα μελλούμενα τα μέλλοντα, τα κατοπινά: Ισχυρίζεται ότι προβλέπει τα μελλούμενα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μελλώ — μέλλησις being about to do fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέλλετον — μέλλω to be destined pres imperat act 2nd dual μέλλω to be destined pres ind act 3rd dual μέλλω to be destined pres ind act 2nd dual μέλλω to be destined imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέλλον — μέλλω to be destined pres part act masc voc sg μέλλω to be destined pres part act neut nom/voc/acc sg μέλλω to be destined imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) μέλλω to be destined imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελλήσουσι — μέλλω to be destined aor subj act 3rd pl (epic) μέλλω to be destined fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) μέλλω to be destined fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελλήσουσιν — μέλλω to be destined aor subj act 3rd pl (epic) μέλλω to be destined fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) μέλλω to be destined fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελλήσω — μέλλω to be destined aor subj act 1st sg μέλλω to be destined fut ind act 1st sg μέλλω to be destined aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέλλετε — μέλλω to be destined pres imperat act 2nd pl μέλλω to be destined pres ind act 2nd pl μέλλω to be destined imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)